δυναμιτίζω

δυναμιτίζω
προκαλώ με ενέργειες ή λόγους σοβαρές κρίσεις («δυναμιτίζει τη συνεννόηση, το ήπιο κλίμα κ.λπ.»).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • δυναμιτίζω — δυναμιτίζω, δυναμίτισα βλ. πίν. 33 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”